Η ΑΓΓΛΙΚΗ ΝΟΜΙΚΗ ΟΡΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Η Αγγλική Νομική Ορολογία ως Ξένη Γλώσσα

Η αγγλική νομική ορολογία αποτελεί μια ειδική, τεχνική ξένη γλώσσα. Για τους μη νομικούς, είναι επίσης μια ξένη γλώσσα, η οποία ενέχει μια επιπλέον δυσκολία στην εκμάθησή της, με την έννοια ότι, πέραν της απόδοσης των ελληνικών όρων στα αγγλικά, απαιτείται και γνώση της σχετικής θεματολογίας καθώς και των νομικών εννοιών που περιλαμβάνει.



Πού χρησιμοποιείται η Αγγλική Νομική Ορολογία;

Η αγγλική νομική ορολογία χρησιμοποιείται για τη σύνταξη κειμένων νομικού περιεχομένου στα αγγλικά και την κατανόηση νομικών κειμένων που έχουν συνταχθεί στα αγγλικά, τη μετάφραση κειμένων νομικού περιεχομένου από ελληνικά προς αγγλικά και αντίστροφα, συμπεριλαμβανομένης της μετάφρασης νομοθετικών κειμένων από ελληνικά προς αγγλικά και αντιστρόφως, της σύνταξης κειμένων ακαδημαϊκού περιεχομένου, καθώς και της επικοινωνίας στα αγγλικά, με χρήση γραπτού ή προφορικού λόγου, όταν εμπλέκονται ζητήματα και θέματα νομικής φύσης και νομικού περιεχομένου.

Ποιες είναι οι απαιτήσεις στη χρήση της Αγγλικής Νομικής Ορολογίας;

Η σύνταξη κειμένων νομικού περιεχομένου στα αγγλικά είναι μια διαδικασία που αφορά κατεξοχήν και εξ ορισμού νομικούς, πρακτικά συνήθως δικηγόρους και συμβολαιογράφους ή και όσους εργάζονται σε δικηγορικά γραφεία και νομικά τμήματα εταιρειών. Τα αντικείμενα των εν λόγω κειμένων καθορίζονται από τις ανάγκες της αγοράς (market based), οι οποίες και σηματοδοτούν την τεράστια πρακτική χρησιμότητα της καλής γνώσης της αγγλικής νομικής ορολογίας και την ικανότητας άρτιου χειρισμού της. Το ζητούμενο σε αυτή την περίπτωση είναι η ορολογική επάρκεια, η σημειολογική ακρίβεια, και η συντακτική αυτονομία καθώς και η ταχύτητα ολοκλήρωσης της διαδικασίας σύνταξης ή μετάφρασης του εγγράφου, ώστε να επιτυγχάνεται ποιοτικό αποτέλεσμα σε χρόνο επαγγελματικά χρήσιμο.

 

Η μετάφραση κειμένων νομικού περιεχομένου από και προς αγγλικά αφορά τόσο νομικούς όσο και μεταφραστές που ασχολούνται με τη μετάφραση νομικών κειμένων. Πρακτικά, τόσο ο μεταφραστής ενός νομικού κειμένου από ελληνικά προς αγγλικά όσο και ο συντάκτης ενός νομικού κειμένου απευθείας στα αγγλικά θα πρέπει να είναι σε θέση να ολοκληρώσουν το έργο τους εντός του διαθέσιμου χρόνου, όχι μόνο γνωρίζοντας επαρκώς την απαιτούμενη ορολογία αλλά και κάνοντας σωστή χρήση των σχετικών όρων με ακρίβεια, αποφεύγοντας διφορούμενα νοήματα ή τη δημιουργία σύγχυσης στον αναγνώστη, χωρίς να χρειαστεί να αναζητήσουν βοήθεια από τρίτους πέραν, ενδεχομένως, μιας γρήγορης αναζήτησης στο διαδίκτυο ή σε σημειώσεις ή προγενέστερα παρόμοια έργα που έχουν στη διάθεσή τους.


Ποιο από τα 2 και γιατί;


Πώς αξιολογείται η ικανότητα χρήσης της Αγγλικής Νομικής Ορολογίας;

Ένα πρακτικά χρήσιμο κριτήριο για να αξιολογηθεί το ποιοτικό αποτέλεσμα μιας νομικής μετάφρασης από ελληνικά προς αγγλικά ή ενός νομικού κειμένου που έχει συνταχθεί απευθείας στα αγγλικά είναι η διεκπεραιωτική συντακτική και μεταφραστική ικανότητα, η οποία εξαρτάται άμεσα από το επίπεδο γνώσης της αγγλικής νομικής ορολογίας και της πρακτικής εμπειρίας.

Κατά συνέπεια, για όποιον η αγγλική γλώσσα δεν είναι η μητρική γλώσσα (native speaker), οι αντίστοιχες γλωσσικές δεξιότητες, τόσο στο γραπτό όσο και τον προφορικό λόγο, μπορούν να διακριθούν στα παρακάτω επίπεδα επάρκειας:

i)              στοιχειώδης επάρκεια (Elementary Proficiency)

ii)             περιορισμένη επαγγελματική επάρκεια (Limited Working Proficiency)

iii)           επαγγελματική επαγγελματική επάρκεια (Professional Working Proficiency)

 

iv)           πλήρης επαγγελματική επάρκεια (Full Professional Working Proficiency)